- ἀειδίνητος
- ἀειδίνητοςever-revolvingmasc/fem nom sg
Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.
Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.
αειδίνητος — η, ο και ος, ο (AM ἀειδίνητος, ον) αυτός που περιστρέφεται διαρκώς. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἀεὶ + δινητός < δινῶ] … Dictionary of Greek
ἀειδίνητον — ἀειδίνητος ever revolving masc/fem acc sg ἀειδίνητος ever revolving neut nom/voc/acc sg … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
ἀειδινήτοις — ἀειδίνητος ever revolving masc/fem/neut dat pl … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
ἀειδινήτου — ἀειδίνητος ever revolving masc/fem/neut gen sg … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
ἀειδινήτῳ — ἀειδίνητος ever revolving masc/fem/neut dat sg … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)